Γλαφυρή και νοσταλγική περιγραφή της δεύτερης πατρίδας μου-από τον καλό φίλο και συνάδελφο από το Ριόλο Neoklis Dimopoulos-καθότι στα κοντινά Αγιοβλασίτικα (Κάπελη,Λεύκος),έχω ζήσει παιδί και την Ά τάξη του Γυμνασίου την «έβγαλα»,κατά το διδακτικό έτος 1975-1976,στο εξατάξιο Γυμνάσιο Αχαγιάς,με τον αείμνηστο Γυμνασιάρχη και αργότερα δήμαρχο-με Ανωβλασιώτικη καταγωγή-Παναγιώτη Καράμπελα: «ΣΤΗΝ ΑΧΑΓΙΑ
Περαστικός μ’ ένα καφέ στα όρθια και με την υγρασία να νοτίζει τα τζάμια του λεωφορείου, στριμωξίδι, βρισίδια και χουφτώματα, και το κυτίον παραπόνων άδειο. Κάπου εκεί κοντά πρέπει να μεγάλωσα με το ένα πόδι κολλημένο στο τετράγωνο που ξέμεινε από το κουτσό και το άλλο στον αέρα, τάχα μου να θέλω να φύγω,μισοαρχινισμένη πιρουέτα. Στην Αχαγιά. Των τσιγγάνων με τα είδη προικός παραμάσκαλα, παρδαλά τσεμπέρια και χρυσά σφραγίσματα, ο μπαμπούλας για να τρώνε το φαΐ τους τα παιδιά των μπαλαμών. Του Σταυρού το πανηγύρι, “πέντε κρίκοι ένα τάληρο” κι ο γύρος του θανάτου στο βαρέλι με τον Διαμαντόπουλο να μαρσάρει και τα αρνοκάτσικα κλεισμένα στο κοτετσόσυρμα. Του Ειρηνοδικείου με τα προσωρινά μέτρα και του Πταισματοδικείου με τις αγροζημιές και τους ψευδομάρτυρες και τους δικολάβους να ξεροσταλιάζουν στους διαδρόμους. Των σφαγείων με τα σφαχτάρια κρεμασμένα στο τσιγκέλι, το αίμα ανακατεμένο με την σβουνιά και τα παζάρια για την τιμή του μόσχου του σιτευτού. Της θάλασσας “που δεν θα ρθει ξανά”, ” ν’ αρμενίσουν τα καΐκια τ’ αλυκιώτικα”, να πάνε και να φέρουν καλούδια. Του εξαταξίου γυμνασίου και του σκάσιαρχείου, μπεν μιξτ και η καλύβα που έχασαν την παρθενιά τους τα κορίτσια. Της παλιάς πλατείας των ζαχαροπλαστείων, με τα δημόσια ουρητήρια τους σμηνίτες και τους Αμερικάνους από τη βάση του Αράξου και τα καρακόλια των Ναζήδων να φυλάνε τον σκοτωμένο. Της καινούργιας πλατείας της χουντοτραγουδισμένης, ” 21η τ’ Απριλιού γραμμένη στα ουράνια”, κρανίου τόπος. Των συνεργείων με τα μηχανάκια, φλορετες και ζούνταπ, τα σκαφτικά, τα τραχτέρια και τα φορτοταξί, Ντάτσουν και Τογιότα και της αξόδευτης κάβλας. Των καφεκοπτείων, των μανάβικων, των χασάπικων και των μεγαλομπακάλικων, εδώδιμα και αποικιακά. Της μυρωδιάς των κουρείων και των κομμωτηρίων. Της Αγροτικής Τράπεζας, με ένα βιβλιάριο στο χέρι, ληξιπρόθεσμα δάνεια και υποθήκες. Του τροχού του οδοντιατρείου με την προχωρημένη τερηδόνα. Της Αχαϊκής, κιτρινόμαυρη φανέλα στο μπαράζ στη Λεωφόρο για τη Β Εθνική με τον Λίντζο να ντριπλάρει και να τους παίρνει παραμάζωμα. Του Οιβώτα και του Πάταικου, των Ολυμπιονικών και των τειχών που δεν γκρεμίστηκαν. Του Σώσου Ταυρομενέος και των εξεγερμένων Δυμαίων, της σκαμένης γης από τις ρωμαϊκές λεγεώνες. Colonia Iulia Augusta Dymaeorum. Του σλάβικου εποικισμού και της εσωτερικής μετανάστευσης με τους βουνίσιους να κάνουν προκοπή και να ριζώνουν. Του Σαΐτ αγά το κονάκι και οι μύλοι που έκαψε ο Γέρος, σαράντα χρόνια κλέφτης για πάντα κλέφτης.Του Μήτσου του Ρεμπούτσικα, που κομμάτιασαν τις σάρκες του τα πολυβόλα στο σκοπευτήριο της Καισαριανής Πρωτομαγιά του ’44, για να έρθουν στα πράματα τσανακογλείφτες και λαδεμποροι.
Στην Αχαγιά. Της ζωής που κάνει κύκλους, φεύγει, έρχεται και ξαναφεύγει και μένει στάσιμη στην πρώτη τη μικρή και δεν προβιβάζεται. Του παρελθοντικού αορίστου, του αβέβαιου ενεστώτα και της δυνητικής ευκτικής». Και να προσθέσω εγώ:«Στου ΣέρμπουΝικος Σερμπος το παλιό καφενείο-ταβέρνα,να βοηθάω το σερβιτόρο αείμνηστο μπάρμπα Μήτσο Γιαννόπουλο- «Μαζαράκη»,στα αξέχαστα και πολυπληθή πανηγύρια,που διοργάνωνε,του Σταυρού,πάντα με τη Φιλιώ Πυργάκη».



