του Παντελή Καψή, δημοσιογράφου
Μερικές φορές οι λεπτομέρειες προδίδουν. Όταν για παράδειγμα η ΕΛΑΣ έδωσε στη δημοσιότητα την ιδρυτική της διακήρυξη, η απουσία κάθε αναφοράς στα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής και στα ελληνοτουρκικά μαρτυρούσε πόσο ήταν μια δουλειά του ποδαριού
Αυτό φυσικά δεν πρόκειται να εμποδίσει τον Τσίπρα να αξιοποιήσει τις καλύτερες παραδόσεις του εθνολαϊκισμού για να χτυπήσει την κυβέρνηση και να κερδίσει ψήφους.
Η αναβάθμιση των σχέσεων της Τουρκίας με τις ΗΠΑ και την Ευρώπη είναι φυσικά γεγονός. Για κάθε δημοκρατικό πολίτη η εικόνα του Ερντογάν να υποδέχεται του ξένους ηγέτες για τη διάσκεψη του ΝΑΤΟ χωρίς να λένε κουβέντα για το ότι έχει βάλει στη φυλακή τη μισή αντιπολίτευση, ήταν καταθλιπτική. Απλώς επιβεβαιώνει ωστόσο ότι έχουμε μπει στην εποχή όπου έχουν καταργηθεί και τα προσχήματα: τα γεωπολιτικά συμφέροντα προηγούνται κάθε άλλης επιδίωξης. Με δύο πολέμους στην περιοχή και τις σχέσης της Ευρώπης με τις ΗΠΑ σε κρίση, όλα τα υπόλοιπα θεωρούνται πολυτέλειες.
Η Ελλάδα, σε συντονισμό ενδεχομένως με το ισραηλινό λόμπι, θα κάνει ό,τι μπορεί για να αποτρέψει την πώληση των F35 στην Τουρκία. Η σύνθεση του Κογκρέσου δεν αφήνει πολλά περιθώρια αισιοδοξίας. Όσο για την ευρύτερη προσέγγιση των χωρών της Δύσης με την Τουρκία και αυτή είναι αναπόφευκτη. Είναι μια δύναμη την οποία κανείς δεν μπορεί να αγνοήσει και η οποία επιπλέον διαθέτει μια πολύ προχωρημένη αμυντική βιομηχανία. Στην κούρσα επανεξοπλισμών παίζει σημαντικό ρόλο. Ειδικά για την Ευρώπη άλλωστε, όπου η Ελλάδα μπορεί να προβάλλει ενστάσεις, η κοινή αμυντική και εξωτερική πολιτική παραμένει στα σπαργανα. Η προσέγγιση γίνεται με πρωτοβουλίες των κρατών ξεχωριστά. Από την άλλη πλευρά βέβαια υπάρχει και η θετική διάσταση: όσο η Τουρκία δένεται με την Ευρώπη τόσο μειώνονται και οι πιθανότητες απρόβλεπτων κινήσεων. Κάτι το οποίο η Ελλάδα οφείλει να συνυπολογίζει στη διαμόρφωση της δικής της πολιτικής.
Μια ακόμα λεπτομέρεια, αυτή τη φορά για την οικονομία, είναι επίσης δηλωτική της πολιτικής Τσίπρα. Θέτει σωστά ως στόχο τη σύγκλιση με την Ευρώπη. Οι τρεις βασικοί πυλώνες της πολιτικής του ωστόσο θα είναι, όπως λέει, η στήριξη του κοινωνικού κράτους, η φορολογική δικαιοσύνη και η δημοσιονομική σταθερότητα. Δεν χρειάζεται να είναι κανείς οικονομολόγος για να καταλάβει ότι από το σκεπτικό του απουσιάζει η ανάπτυξη. Είναι κρίσιμη διαφορά. Για την αριστερά αλλά και για ένα μέρος του ΠΑΣΟΚ, αυτό που προέχει σήμερα είναι μια ανακατανομή των εισοδημάτων υπέρ των ασθενέστερων μέσω της φορολογίας. Μια πολιτική βελτίωσης των εισοδημάτων ωστόσο έχει αποδειχθεί ιστορικά ότι είναι καταδικασμένη αν δεν στηρίζεται σε ισχυρούς ρυθμούς ανάπτυξης.
Η δημοσιονομική σταθερότητα είναι αναγκαία αλλά από μόνη της δεν αρκεί. Μπορεί να λειτουργήσει μάλιστα αντιπαραγωγικά όταν έχει βασικό βραχίωνα την αύξηση των φόρων. Χρειάζεται να κινητοποιηθούν ιδιωτικές επενδύσεις και να αυξηθεί η παραγωγικότητα. Να δημιουργηθεί δηλαδή ένα θετικό περιβάλλον για τις επιχειρήσεις και να υπάρξει χρηματοδότηση από τις τράπεζες. Μόνο έτσι μπορεί να αυξηθούν οι μισθοί και να στηριχθεί το κοινωνικό κράτος. Ιδίως για μια χώρα όπως η Ελλάδα η οποία αντιμετωπίζει ένα πλέγμα προβλημάτων: υψηλό χρέος, δημογραφική κατάρρευση, αμυντικές δαπάνες και κλιματική αναταραχή. Με όλα τα ανοιχτά θέματα σε σχέση με τους θεσμούς αυτό η κυβέρνηση το έχει καταφέρει. Είναι ένα κεκτημένο το οποίο αν αμφισβητηθεί θα ανοίξει ο ασκός του Αιόλου.
Όχι μόνο για την οικονομία αλλά και για την ίδια τη Δημοκρατία. Και είναι μια διάσταση της σταθερότητας την οποία η αριστερά δείχνει να αγνοεί. Τουλάχιστον στα λόγια. Γιατί στην πράξη υπήρξε πολύ φιλική προς τους επιχειρηματίες, αυτούς τουλάχιστον που της έκαναν τα χατήρια.

