“Έχασε και η Αχαγιά το δικό της παιδί στους 200 εκτελεσθέντες κομμουνιστές της Καισαριανής την Πρωτομαγιά του 1944 από τους Γερμανούς. Η φωτογραφία είναι το τελευταίο σημείωμα του Αχαγιώτη Μήτσου Ρεμπούτσικα προς τους δικούς του πριν την εκτέλεση.Είναι τα λόγια που πρέπει η μνήμη μας να συντηρεί παντοτινά για τον αγώνα για την λευτεριά του λαού μας”, έγραψε και μας υπενθύμισε ο Αχαγιώτης και επικεφαλής της ελάσσονος αντιπολίτευσης, Παναγιώτης Κουνάβης και παραθέτει την επιστολή.
«Αγαπημένοι μου, ο θάνατός μου δεν θα πρέπει να σας λυπήσει, αλλά να σας ατσαλώσει πιο πολύ για την πάλη που γίνεται. Σφίξτε τις καρδιές σας και βγείτε παλικάρια από τη νέα δοκιμασία. Έτσι θα μας τιμήσετε καλύτερα. Όταν ο άνθρωπος δίνει τη ζωή του για ανώτερα ιδανικά, δεν πεθαίνει ποτέ».
Να τι αναφέρουν ο Βασίλης Ρώτας και η Βούλα Δαμιανάκου στο βιβλίο τους για τον συμπατριώτη μας:
“Έχω εδώ τα λόγια σου τα τελευταία, πολυαγαπητέ μας Μήτσο, που με χέρι σταθερό χάραξες στο χαρτάκι κείνη την πρωτομαγιάτικη αυγή, λίγο πριν σας σκοτώσουν. Λίγα απλά λόγια όχι για να τονίσουν το μεγάλο δράμα, τον ίδιο σου τον θάνατο, παρά για ν’ απαλύνουν τον πόνο και να παρηγορήσουν εκείνους που μένουν. Μα πώς να παρηγορηθούνε αφού μόνο η ζωή σου κι ο θάνατός σου, μα κι αυτό το μικρούτσικο χαρτάκι με τα λίγα παρηγορητικά λόγια που άφησες διαθήκη στους αγαπημένους σου τους λέει, τους θυμίζει τι χάσανε; Πώς θα παρηγορηθεί η Νίτσα, η αγαπημένη αδερφή σου, που τόσο συχνά και με τόση αγάπη τη μελέταγες, όταν έχει πάντα μπροστά της αυτά σου τα τελευταία λόγια, το πιο απέριτο και το πιο τέλειο μνημείο; Πώς να μην κλαίμε πικρά οι σύντροφοί σου για έναν τόσο ακριβό σύντροφο; Πώς ο λαός να μη θρηνεί που έχασε μέσα σ’ ένα πρωινό τόσα άξια τέκνα του, τόσους
ηρωικούς υπερασπιστές του;
Ποτέ δε γινόσουνα στόχος, ούτε με λόγια μεγάλα, ούτε μ’ ενθουσιασμούς, ούτε με θυμούς και με νεύρα, ούτε ανάλαβες ποτέ να διδάξεις «από καθέδρας» καθήκοντα και χρέος ή να συμβουλέψεις ανίδεους. Απόφευγες τον θόρυβο. Απλός, στοχαστικός και καρτερικός, έπιανες αθόρυβα μιαν άκρη στην αυλή του στρατοπέδου παρέα με τον αχώριστο φίλο σου τον Γιώργο και σιγοκουβεντιάζατε ή διαβάζατε. Δεν άργησα να ρθω και εγώ στην παρέα σας. Διαβάζαμε εκ περιτροπής τα βιβλία που μας τύχαιναν. Όταν διάβαζα εγώ κι έπεφτα πάνω σε καμμιά φράση που δεν τη λέει εύκολα ένα κορίτσι, κόμπιαζε η γλώσσα μου και τότε εσύ αμέσως μού’ παιρνες το βιβλίο, διάβαζες από μέσα σου το εμπόδιο και μου το ξανάδινες να συνεχίσω.
Δε σ’ άκουσα να κάνεις σκέδια για το μέλλον. Ζούσες την καθημερινή πραγματικότητα μέρα και νύχτα μ’ όλη σου τη νηφαλιότητα και συνείδηση και στην απαίτηση αυτής της πραγματικότητας προσπάθησες ν’ ανταποκριθείς ως την τελευταία σου στιγμή.”

