Το Πάσχα στο Γομοστό Αχαΐας είχε πάντα μια αλλιώτικη γεύση. Μία γεύση από χώμα βρεγμένο, από ξύλα που καίγονταν στις αυλές και από φωνές που αντηχούσαν στο χωριό. Ήταν τότε που ο χρόνος κυλούσε πιο αργά, σχεδόν τελετουργικά, σαν να σεβόταν κι εκείνος το βάρος των ημερών.
Από τη Μεγάλη Εβδομάδα κιόλας, το χωριό άλλαζε πρόσωπο. Οι καμπάνες χτυπούσαν πένθιμα και οι άνθρωποι περπατούσαν πιο σιωπηλά, με μια εσωτερική γαλήνη. Οι γιαγιάδες άσπριζαν τις αυλές και ετοίμαζαν τα κουλούρια. Τα παιδιά έτρεχαν από σπίτι σε σπίτι, άλλοτε βοηθώντας κι άλλοτε σκαρώνοντας μικρές σκανταλιές, ανυπομονώντας για τη νύχτα της Ανάστασης.
Η Μεγάλη Παρασκευή ήταν πάντα η πιο κατανυκτική στιγμή. Ο Επιτάφιος, στολισμένος με λουλούδια από τα χέρια των κοριτσιών του χωριού, περνούσε από τα δρομάκια και όλοι ακολουθούσαν με σκυμμένο κεφάλι. Μόνο τα κεριά φώτιζαν τα πρόσωπα, κι εκεί, μέσα στη σιωπή, ένιωθες πως όλο το χωριό γινόταν μια ψυχή.
Και ύστερα ερχόταν η Ανάσταση. Στην εκκλησία, λίγο πριν τα μεσάνυχτα, η αγωνία κορυφωνόταν. Το «Δεύτε λάβετε φως» απλωνόταν σαν κύμα και ξαφνικά όλα φωτίζονταν. Το “Χριστός Ανέστη” αντηχούσε παντού, με αγκαλιές, φιλιά και χαμόγελα που έμοιαζαν να κρατούν για πάντα. Τα βαρελότα και τα γέλια μπλέκονταν με τις ευχές, κι ο ουρανός πάνω από το Γομοστό γέμιζε φως.
Την Κυριακή του Πάσχα, οι αυλές ζωντάνευαν. Οι σούβλες γύριζαν από νωρίς, τα τραπέζια στρώνονταν μεγάλα, και κανείς δεν έμενε μόνος. Ήταν μια μέρα που χώρεσε τα πάντα: χαρά, αγάπη, οικογένεια, και εκείνη τη βαθιά αίσθηση πως ανήκεις κάπου.
Σήμερα, πολλά έχουν αλλάξει. Οι ρυθμοί έγιναν πιο γρήγοροι, οι άνθρωποι λιγότεροι, και οι αυλές πιο σιωπηλές. Μα κάθε φορά που πλησιάζει το Πάσχα, κάτι από εκείνες τις παλιές μέρες ξυπνά. Σαν μια ανάμνηση που επιμένει, σαν μια ζεστασιά που δεν λέει να σβήσει.
Και ίσως τελικά, το Πάσχα στο Γομοστό να μην έφυγε ποτέ. Απλώς κρύφτηκε μέσα στις καρδιές όσων το έζησαν, περιμένοντας κάθε άνοιξη να ξαναγεννηθεί.
Βίκυ Αθανασοπούλου

