ΤΩΝ ΦΏΤΩΝ ΣΤΟ ΓΕΦΎΡΙ ΤΗΣ ΒΡΥΣΗΣ
Και έσφαξαν για το καλοστέριωτο τον νυχτωμένο κόκορα και το αίμα του κοκκίνισε τις λάσπες. Και σήκωσαν οι χτιστάδες γιοφύρι τοξωτο, ίδιο με το γαϊτανοφρύδο των κοριτσιών, πριν το πειράξει το τσιμπίδι και στραφτάλιζε η πελεκημένη πέτρα Και κάτω από την καμάρα του κύλαγε το νερό σέρνοντας λιθάρια ριζιμιά της Μόβρης και χάιδευε τα γυμνά πόδια των γυναικών με τα φουστάνια σηκωμένα πάνω από το γόνα, που έπλεναν σκουτιά μάλλινα και πάθαιναν μητρικά και ο σπόρος έμενε ντζούφιος. Και λιγώνονταν τ’ αγόρια, που βούταγαν στον βούλιαγκα και ύστερα μέτραγαν τις μαλαπέρδες τους, να δουν ποιανού ήταν μεγαλύτερη και παράστεκαν μπακακάκια και νερόφιδα. Και πέρναγε από πάνω ή δημοσιά, κάρα και ζωντανά κι ανθρώποι, που δεν είχαν να κρύψουν κάτι. Και τριζοβολούσαν πληγωμένα τα χαλίκια από τις μπότες των Ιταλών, φίκα- φίκα και σόλε μιο, που στρατοπέδευαν στο λιοστάσι, εκεί που γλένταγαν τους γάμους οι χωριανοι και φούσκωνε η κοιλιά της νύφης από το νερό που έπινε, για να μη λησμονήσει και για να μη θυμάται. Κι έβγαινε μετά από χρόνια ο παπάς, όταν είχαν χορταριάσει οι μνήμες, ανήμερα των Φώτων με τη βρεχτούρα να αγιάσει τα ύδατα, να ξεκουμπιστούν οι καλικάντζαροι, τα κατσιμπουχέρια και τα παγανά, που είχαν κατσικωθεί δώδεκα μέρες, Άγιε μου Γιάννη και Βαφτιστή, δύνασαι βαφτίσεις Θεού παιδί και το πιτσούνι ζαλισμένο δεν μπορούσ να πετάξει, γιατί ήταν μίλια μακριά ο Ιορδάνης και γέλαγαν οι πεθαμένοι δίπλα στο κοιμητήρι, που έβγαιναν ντάλα μεσημέρι να λιάσουν τα κόκκαλά τους, άσπρα, ξέξασπρα κι από τον ήλιο ξεξασπρότερα, γιατί δεν είχαν να φοβηθούν τίποτα πια.


