Τις τελευταίες ημέρες διαβάζω πολλές αναρτήσεις για την Αχαγιά. Άλλοι μιλούν για
την ερημιά στις πλατείες, άλλοι για τις άδειες παραλίες, άλλοι για τη γενικότερη
εικόνα της πόλης, άλλοι για την παρακμή και όλοι μας για το ποιος φταίει.
Και αναρωτιέμαι…
Μήπως όλα αυτά που βλέπουμε γύρω μας δεν είναι η αιτία, αλλά ο καθρέφτης αυτού
που συμβαίνει μέσα μας;
Χρόνια τώρα ψάχνουμε τους υπεύθυνους. Φταίνε οι Ρομά, ο Δήμος, οι δημοτικοί, οι
πεζόδρομοι, η Αστυνομικοί, οι κυβερνήσεις. Πάντα, μα πάντα, κάποιος άλλος.
Εμείς;;;
Το δύσκολο δεν είναι να εντοπίσουμε τα λάθη των άλλων. Το δύσκολο είναι να
αντέξουμε να κοιτάξουμε τα δικά μας.
Πόσες φορές σταθήκαμε πραγματικά απέναντι στον εαυτό μας και αναρωτηθήκαμε
ποιο είναι το δικό μας μερίδιο ευθύνης για την εικόνα αυτού του τόπου;
Το πιο δύσκολο ίσως είναι να δεχτούμε ότι μπορεί να μην έχουμε πάντα δίκιο. Ότι ο
τρόπος που σκεφτόμαστε, οι αντιλήψεις που θεωρούμε αυτονόητες και οι
συμπεριφορές που κληρονομήσαμε, ίσως χρειάζονται επανεξέταση.
Συχνά ακούμε ότι «η δική μας γενιά μεγάλωσε με αρχές και σεβασμό». Δεν είμαι
βέβαιος ότι μάθαμε πραγματικά τον σεβασμό.
Ίσως μάθαμε περισσότερο να υπακούμε σε κανόνες όταν υπήρχε κάποιος να τους
επιβάλλει. Όταν όμως έλειψε ο εξωτερικός έλεγχος, φάνηκε πόσο βαθιά είχαμε
κάνει δικές μας αυτές τις αξίες.
Γιατί ο πραγματικός σεβασμός δεν χρειάζεται επιτήρηση.
Σημαίνει να σέβεσαι τον άνθρωπο χωρίς εξαιρέσεις. Τον διαφορετικό, τον αδύναμο,
εκείνον που δεν ζει όπως εσύ, δεν σκέφτεται όπως εσύ, δεν πιστεύει όπως εσύ.
Σημαίνει να σέβεσαι τον δημόσιο χώρο, τον διπλανό σου και τελικά τον ίδιο σου τον
τόπο.
Ο πραγματικός σεβασμός δεν κάνει επιλογές.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα δεν είναι ότι δεν βλέπουμε τα λάθη των άλλων. Είναι ότι
θεωρούμε σχεδόν δεδομένο πως ο δικός μας τρόπος σκέψης είναι ο σωστός και δεν
μπαίνουμε στη δύσκολη διαδικασία να τον αμφισβητήσουμε.
Δεν ισχυρίζομαι ότι η νοοτροπία είναι η μοναδική αιτία. Υπάρχουν οικονομικοί,
κοινωνικοί, γεωγραφικοί και πολιτικοί παράγοντες. Όμως είναι ο παράγοντας που
εξαρτάται περισσότερο από εμάς.
Οι πόλεις δεν παρακμάζουν πρώτα στους δρόμους τους. Παρακμάζουν πρώτα στη
συνείδηση των ανθρώπων τους. Οι δρόμοι απλώς το φανερώνουν.
Η αλλαγή δεν ξεκινά από τις πλατείες ούτε από τις παραλίες. Ξεκινά από τον
άνθρωπο. Από τη δύσκολη δουλειά που χρειάζεται να κάνει ο καθένας μέσα του.
Από τη στιγμή που θα βρει το θάρρος να παραδεχτεί ότι ίσως κάποια πράγματα που
θεωρούσε σωστά χρειάζονται αλλαγή.
Η νοοτροπία δεν αλλάζει από τη μια ημέρα στην άλλη, ούτε με μία δημοτική αρχή.
Αλλάζει σταδιακά, όταν αλλάζουν οι άνθρωποι.
Και αυτό απαιτεί χρόνο. Ίσως μια ολόκληρη γενιά.
Γι’ αυτό και πιστεύω ότι οι άνθρωποι της γενιάς μου, δεν θα προλάβουμε να δούμε
την Αχαγιά που ονειρευόμαστε.
Και αυτό δεν είναι παραίτηση. Δεν είναι ηττοπάθεια. Δεν είναι αδιαφορία. Είναι
ρεαλισμός. Είναι αντικειμενική αποδοχή μιας πραγματικότητας που δεν αλλάζει από
τη μια μέρα στην άλλη.
Το μόνο που πραγματικά μπορούμε να κάνουμε είναι να σταματήσουμε να ψάχνουμε
συνεχώς τους υπεύθυνους έξω από εμάς και να βρούμε το θάρρος να ρωτήσουμε
τον εαυτό μας:
«Εγώ τι κάνω; Τι αναπαράγω; Τι αφήνω πίσω μου;»
Και τότε ίσως αποκτήσει άλλο νόημα και ο στίχος της Χ. Αλεξίου:
«Εμείς; Άλλο εμείς, άλλοι εμείς…
Πάντα γι’ άλλους μιλάμε…
Έτσι δεν πονάμε, έτσι ξεχνάμε…


