Κάθε φορά που επιστρέφω χάνω ένα κομμάτι της παιδικής ηλικίας και ξενιτεύομαι μήπως και το εξαγοράσω σε ασπρόμαυρες φωτογραφίες τα Σάββατα στα καφενεία , επαρχιώτικη κολόνια και σκιές στους άδειους καθρέφτες.
Όλα έχουν αλλάξει χωρίς να με περιμένουν. Μόνο το κατευόδιο της μάνας μου μένει απαράλλαχτο, καθώς σηκώνεται από το νεκροκρέβατο και κάτι θέλει να μου ψιθυρίσει στο αυτί για τα χαΐρια μου.
Ξυπνώ με την αγωνία του λαθρεπιβάτη, που δεν έχει να πληρώσει τα ναύλα για το ταξίδι. Όσο γερνάω, ξεμαθαίνω τους τόπους και τους ανθρώπους και, κακά τα ψέματα, “δεν επαρκεί η μνήμη””.
Ομάδα ΡΙΟΛΟΣ – Κείμενο Νεοκλής Δημόπουλος


