ΠΑΤΡΙΔΟΓΝΩΣΙΑ
Του Νεοκλή Δημόπουλου
Ο τόπος μου είναι καμιά διακοσαριά σπίτια, απιθωμένα στους λόφους του Κάστρου και του Αη-Γιώργη, που αιώνες τώρα θέλουν να ροβολήσουν στον κάμπο ή να επιστρέψουν στην αρχέγονη μήτρα της Μόβρης, μα όλο το αναβάλλουν. Ο τόπος μου δεν έχει λαμπρά τοπωνύμια… Μπότσικα, Μαρτούρενα, Ζέμπα… Κάτι κακόηχες λεξούλες, που, όταν τις συλλαβίζεις, αφήνουν στον ουρανίσκο μια γλυκόπικρη γεύση, μια ασπρόμαυρη φωτογραφία με λιοστάσια και σταφίδες. Στον τόπο μου το καλοκαίρι ανάβει η πέτρα, το αεράκι της θάλασσας δεν φτάνει μέχρι εκεί και το χειμώνα μία ύπουλη υγρασία χτικιάζει τις αδύναμες ψυχές… Όμως κάθε άνοιξη «χρώματα και αρώματα» βασανίζουν ηδονικά την όραση και την όσφρηση. Στον τόπο μου το χώμα σκεπάστηκε με τσιμέντο, ωστόσο αν περπατήσεις δύο βήματα, θ’ αφουγκραστείς την ανάσα της γης και το κάλεσμά της. Στον τόπο μου χάθηκαν οι λόγκοι, μπαζώθηκαν οι λάζοι για λίγες οργιές χωράφι, όμως τα φίδια, τα σφορδάκλια και οι νυφίτσες δεν έφυγαν, απλά άλλαξαν λημέρια. Στον τόπο μου δεν καπνίζουν πια φούρνοι, γκρεμίστηκαν τα παλιά πέτρινα σπίτια και στη θέση τους χτίστηκαν καινούργια δίπατα, παράταιρα με το τοπίο, μα υπάρχουν ακόμη χαμοκέλες και χαμόσπιτα που αντιστέκονται… Ο τόπος μου δεν αξιώθηκε ν’ αποχτήσει πλατεία… Μία φλούδα γης η «αγορά» των παλιότερων και το «αλωνάκι» των πιο παλιών, έτσι οι θαμώνες των καφενείων κολλημένοι ο ένας πάνω στον άλλον μοιάζουν με μία μεγάλη παρέα. Στον τόπο μου μερεμέτισαν τις παλιές εικόνες κι άλλαξαν τους παλιούς πολυελαίους στις εκκλησίες, όμως η μαγγανεία της Μεγάλης Παρασκευής παραμένει αναλλοίωτη και το «ω, γλυκύ μου έαρ…» το σιγοψέλνουν όλοι, παράπονο και βάλσαμο μαζί… Ο τόπος μου ποτέ δεν ήταν πλούσιος, τα κουτσοβόλευε.. Το απλόχερο γέλιο των πιο φτωχών ήταν το διαπιστευτήριο της αρχοντιάς τους. Στον τόπο μου οι άνθρωποι σε πιάνουν στο στόμα τους δίχως αιτία, σε πομπεύουν κι ασφυκτιάς… Ωστόσο θ’ ακούσεις λίγες «πεθαμένες καλησπέρες», στο άψε-σβήσε θα στηθούν αυτοσχέδιοι έρανοι για τους πονεμένους και τα Ψυχοσάββατα καίει κερί για όλες τις ψυχές των απόντων. Στον τόπο μου τα παιδιά σερφάρουν στο διαδίκτυο και δεν γυρίζουν να κοιτάξουν πίσω, εξακολουθούν όμως να προφέρουν παχύ το λάμδα και το νι, να βγάζουν καινούργια παρατσούκλια και η «χουρχούρα» και η «αφαλαρίδα» δεν τους είναι άγνωστες λέξεις. Ο τόπος μου μετεωρίζεται ανάμεσα στη μνήμη και τη λήθη, ψιθυρίζει «λίγο ακόμα να σηκωθούμε» κι ύστερα διαπιστώνει «έτσι είναι η ζωή και πώς να την αλλάξεις»… Ο τόπος μου ένας ατέλειωτος αμπελότρυγος, ένα μουσικό διάλειμμα με πλανόδιους οργανοπαίχτες μέχρι να πάρουν φωτιά και να σπάσουν τα σύνεργα του γύφτου. Ο τόπος μου μια φέτα ψωμί ζυμωμένο από τη μάνα, με λάδι, ρίγανη και ντομάτα απόγευμα καλοκαιριού…
Ο τόπος μου πορεύεται μέσα από τις αντιφάσεις του εδώ και αιώνες με άσκαφτη ιστορία. Είναι ουσιαστικό ιδιόκλιτο, που ρίχνει κλεφτές στον καθρέφτη. Δεν μου το επέβαλλε, αλλά με άφησε με τον τρόπο του να νομίζω ότι τον αγάπησα με δικά μου έξοδα … Όταν σμίγουμε μου μιλά για όσα τον βολεύουν και με κερνά τσιγάρο του παππού, 7 νούμερο, άφιλτρο, που το καπνίζω στη ζούλα και παράμερα, σαν να είναι το πρώτο μου…
(Παλιότερη ανάρτηση στην ομάδα ” ΡΙΟΛΟΣ”)


