Του Βασίλη Γκοτσόπουλου, Προέδρου του Δημοτικού Συμβουλίου Δυτικής Αχαΐας
Πριν από ένα χρόνο, όταν ο ΣΥΡΙΖΑ κέρδιζε τις εκλογές και σχημάτιζε κυβέρνηση μαζί με τους ΑΝΕΛ, πίστευα ότι θα έκανε τη στροφή πρός τον ρεαλισμό και την πραγματικότητα, καταθέτοντας προτάσεις στην διαπραγμάτευση και ότι θα επιδίωκε το κλείσιμο μιας έντιμης και ιδιαίτερα επωφελούς συμφωνίας το συντομότερο δυνατό, θεωρώντας ότι είχε εκπονήσει για τον σκοπό αυτό ένα δικό του εναλλακτικό και ακριβές σχέδιο για την έξοδο της χώρας από το μνημόνιο και την κρίση, εστιάζοντας στην μείωση των προβλεπώμενων πρωτογενών πλεονασμάτων για τα επόμενα χρόνια, στην ελάφρυνση της εξυπηρέτησης του χρέους βάσει της συμφωνίας του Νοεμβρίου 2012 και του επιχειρήματος ότι ο Ελληνικός Λαός δεν αντέχει άλλο και δεν έχει άλλη φοροδοτική ικανότητα.
Τις απόψεις μου αυτές της στήριζα στο ότι ο Αλέξης Τσίπρας με την δυναμική του, την επιχειρηματολογία του και την εμπιστοσύνη με την οποία τον περιέβαλε τότε ο λαός θα μπορούσε να αιτιολογήσει και να περάσει στην κοινή γνώμη την όποια απόφαση του. Η διαπραγματευτική του ισχύς έναντι των εταίρων ήταν η καλύτερη δυνατή από κάθε άλλο προκάτοχο του διότι δεν “κουβαλούσε” στις πλάτες του τις αμαρτίες του παρελθόντος. Εκτιμούσα ότι δεν θα διακινδύνευε με κανέναν τρόπο την έξοδο της χώρας από το Ευρώ και την Ε.Ε. και ότι σαν νέος άνθρωπος και πολιτικός δεν θα ήθελε να συνδέσει το όνομα του με μια τέτοια εθνική καταστροφή.
Επίσης θεωρούσα, όπως δυστυχώς αποδείχτηκε, ότι ο χρόνος ήταν ο βασικός μας αντίπαλος και ότι δούλευε σε βάρος μας, η αβεβαιότητα και η παράταση της διαπραγμάτευσης θα έπληττε την οικονομία και ότι όσο θα καθυστερούσαμε ο λογαριασμός θα μεγάλωνε και η λύση που θα δινόταν θα ήταν όλο και πιο επώδυνη.
Τέλος πίστευα ότι και οι εταίροι μας θα μπορούσαν να δεχτούν μια ρεαλιστική συμφωνία με την Ελλάδα, αν εμείς καταθέταμε σοβαρή και κοστολογημένη πρόταση, διότι η όποια συμφωνία θα έκαναν με την Ελλάδα δεν θα ήταν ανατροπή του πλαισίου πάνω στο οποίο κινούμασταν όλα τα προηγούμενα χρόνια.
Γιαυτό και όσοι θα θυμούνται στις 25/02/2015 με άρθρο μου σε αυτή εδώ την σελίδα είχα γράψει ότι η κυβέρνηση πρέπει να δώσει βάσει στην ουσία και όχι στον τύπο σχολιάζοντας την συμφωνία που είχε επιτευχθεί στο EUROGROUP της Παρασκευής 20/02/2015. Μάλιστα στο τέλος εκείνου του κειμένου έλεγα τα εξής:
“Επιτέλους και σωστά κάνατε και βάλατε ένα τέλος στις ατέρμονες συζητήσεις, διαβουλεύσεις και διαπραγματεύσεις. Η οικονομία, το εμπόριο, οι επιχειρήσεις είχαν αρχίσει να στενάζουν, να ασφυκτιούν και να στέλνουν σήματα κινδύνου. Τα όρια των τραπεζών δοκιμάστηκαν σκληρά και είναι ευτύχημα που βρέθηκε έστω και την ύστατη ώρα πλαίσιο συμφωνίας. Κύριε Πρωθυπουργέ την στιγμή αυτή ο Ελληνικός λαός σας περιβάλλει με την εμπιστοσύνη του και πιστεύει σε εσάς, είτε σας ψήφισε, είτε όχι, επίσης η συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων επιθυμεί να παραμείνει στο Ευρώ.
Για τους λόγους αυτούς προχωρήστε μπροστά, παραμερίστε τα εσωκομματικά εμπόδια και δώστε βάρος στην ουσία και όχι στον τύπο, η χώρα έχει ανάγκη από μια έντιμη συμφωνία στην οποία να δίνεται χώρος και βάση στην ανάπτυξη και την πρόοδο της οικονομίας. Ξεχάστε τις προεκλογικές κορώνες και υποσχέσεις, ξεχάστε τις λέξεις και τους ορισμούς, ξεχάστε τις κριτικές από το εσωτερικό του κόμματος σας, τη Νέα Δημοκρατία, το ΠΑΣΟΚ, το ΚΚΕ και δεν ξέρω από οποιονδήποτε άλλο. Σε όποιον αρέσει. Λύση που να ικανοποιεί τους πάντες δεν πρόκειται να βρείτε.
Μην ξεχνάτε ότι οι πολιτικοί και η πολιτική κρίνετε πάντα από το αποτέλεσμα. Αν πετύχετε και η χώρα πάρει τον δρόμο της ανάπτυξης, αν τα πράγματα βελτιωθούν σε σχέση με την σημερινή ζοφερή πραγματικότητα κανείς δεν θα θυμάται να σας καταλογίσει ότι το πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης δεν έγινε πράξη στο σύνολο του. Αν αποτύχετε και η χώρα οδηγηθεί στα βράχια και στην χρεοκοπία έστω και αν κάνατε πράξη αυτούσιο το πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης όλοι θα σας κατηγορούν και θα σας καταλογίζουν αποτυχία.
Μην σκέπτεστε αν θα αντιδράσει ο κύριος Λαφαζάνης, ο κύριος Γλέζος, ο κύριος Λαμπαβίτσας, η κυρία Σακοράφα, ο κύριος Κοδέλλας ή ο κύριος Μηλιός, μην σας απασχολεί τι θα κάνει η Αριστερή Πλατφόρμα, δουλειά δικιά σας είναι εδώ και τώρα να κάνετε την επιλογή σας με γνώμονα το εθνικό συμφέρον και όχι την ικανοποίηση της ιδεολογίας, των εμμονών και των αγκυλώσεων του οποιουδήποτε. Η μπάλα κύριε Πρόεδρε είναι στο γήπεδο σας, να γνωρίζετε ότι εσείς θα κερδίσετε αν η συμφωνία στην ουσία είναι καλή και ανατρέπει την πολιτική της μονόπλευρης λιτότητας, έστω και στο ελάχιστο, ενώ αν η συμφωνία είναι μια από τα ίδια ή αν δεν υπάρξει συμφωνία, τότε εσείς θα φορτωθείτε όλο το κόστος και ενώ θα έχετε κερδίσει τόσο στην διατύπωση, όσο και στην εφαρμογή ενός προεκλογικού προγράμματος, στην ουσία θα έχετε ηττηθεί και θα καταγραφείτε στην ιστορία όπως και οι προκάτοχοι σας και μάλιστα πολύ χειρότερα.-”
Αντί για όλα αυτά ο κ. Τσίπρας ακολούθησε την ακριβώς αντίθετη στρατηγική, εγκλωβισμένος μεταξύ της Αριστερής Πλατυφόρμας, των χρεοκοπημένων ιδεοληψιών της Αριστεράς, των προεκλογικών του δεσμεύσεων και στην δημιουργική ασάφεια του θεωρητικού και εκτός πολιτικής πραγματικότητος Βαρουφάκη.
Αντί για την συζήτηση και την συνεργασία με τους εταίρους επέλεξε την σύγκρουση, τους μεγαλοϊδεατισμούς για ανατροπή συσχετισμών και την συγκρότηση μετώπου ανατροπής των πολιτικών της λιτότητας σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, καθυστέρηση και αναποφασιστηκότητα στην λήψη κρίσιμων αποφάσεων, ποντάριζε λανθασμένα στο ότι κανείς δεν θέλει το Grexit, μέχρι την στιγμή που απεδείχθη ότι υπάρχουν δυνάμεις που θέλουν την Ελλάδα εκτός ευρωζώνης και όλο αυτό με την απόλυτη στήριξη και τις ευλογίες ολόκληρου του μιντιακού συστήματος.
Η συνέχεια και οι συνέπειες από αυτή την πολιτική είναι πλέον σε όλους γνωστή, η οικονομία και όλοι οι δείκτες της επιδεινώθηκαν δραματικά. Προκήρυξε ένα καθόλα διχαστικό, παράλογο, παραλίγο μοιραίο και άνευ ουσίας δημοψήφισμα που άφησε πίσω του πολλά ερωτηματικά για τον σκοπό της διεξαγωγής του αλλά και πολλές οξυμένες νευρώσεις. Μετά από αυτό διαπίστωσε ότι η λύση στο πρόβλημα πρέπει να δωθεί εντός της ευρωζώνη, γιατί κάθε άλλη λύση θα ισοδυναμούσε με εθνικό όλεθρο και έτσι οδηγηθήκαμε σε νέο ακόμα πιο σκληρό και επώδυνο μνημόνιο.
Ο Τσίπρας είχε την μοναδική ιστορική ευκαιρία να είχε κλείσει άμεσα και αποτελεσματικά το θέμα της οικονομίας και έπειτα να επικεντρωθεί στην προώθηση της πολιτικής του ατζέντας στο εσωτερικό δίνοντας έμφαση στην πάταξη της διαπλοκής, στην απόδοση δικαιοσύνης με την παραδειγματική τιμωρία όσων πλούτισαν παράνομα, στην επανίδρυση του κράτους κλπ δημιουργώντας έτσι τις προϋποθέσεις μιας μακράς πολιτικής κυριαρχίας.
Αντί όλων αυτών με τους χειρισμούς του και τις επιλογές του κατάφερε και , μπήκε σε μια πολιτική περιπέτεια και περιδίνηση, σπαταλώντας πολύτιμο πολιτικό κεφάλαιο σε δύο άνευ ουσίας και αντικειμένου εκλογικές αναμετρήσεις και σήμερα ένα χρόνο μετά βρίσκεται στην κυριολέξία με την πλάτη στον τοίχο, δεύτερος με διαφορά από τον πρώτο σε όλες τις δημοσκοπήσεις, με την κυβέρνηση του να έχει χαμηλή αξιολόγηση σε όλους τους δείκτες, με τον ίδιο να έχει πολύ χαμηλή αξιοπιστία για Πρωθυπουργό μόλις ενός έτους, με το εσωτερικό του κόμματος του προβληματισμένο και απρόθυμο να υπερασπιστεί και να στηρίξει την πολιτική του, με υπουργούς που είναι προσκολλημένοι σε ρητορικά σχήματα που αναπόφευκτα έχουν απωλέσει μέρος της δυναμικής τους και με μια κοινωνία κουρασμένη, απογοητευμένη και με εμπεδωμένες αρνητικές προσδοκίες τόσο σε ατομικό, όσο και σε συλλογικό επίπεδο.
Όλη αυτή η ζοφερή και άσχημη κατάσταση αργά ή γρήγορα θα οδηγήσει την κυβέρνηση του σε πτώση, εξάλλου αν αναλύσουμε προσεκτικά τις κινήσεις του το τελευταίο διάστημα αυτό το συμπέρασμα εξάγει, προσπαθεί να κατοχυρώσει την πολιτική του υπεροχή σε ορισμένες κοινωνικές ομάδες όπως Δημοσίους Υπαλλήλους και Συνταξιούχους για να μπορεί να έχει μέλλον στο πολιτικό σκηνικό την επαύριο της πτώσης της κυβέρνησης του.

