Εκπαίδευση και βιώσιμη ανάπτυξη

ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΚΑΡΒΕΛΗ ,
ΤΟΜΕΑΡΧΗ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΝΟΔΕ ΑΧΑΪΑΣ

Μια βιώσιμη πολιτική αλληλεγγύης, δεν μπορεί παρά να ξεκινά  από τη δημιουργία θέσεων εργασίας. Από την ανάπτυξη δεξιοτήτων, από την ανάδειξη νέων ευκαιριών για δουλειά και για αξιοπρεπή εισοδήματα. Για να συμβεί αυτό είναι απαραίτητο ένα σταθερό, προβλέψιμο  και φιλικότερο προς το επιχειρείν, φορολογικό καθεστώς.  Επίσης είναι επιβεβλημένη η  θέσπιση σταθερού  φορολογικού συντελεστή της τάξης του 15% επί των καθαρών κερδών των επιχειρήσεων, με ενιαία φορολογική κλίμακα, αναμόρφωση του φόρου ακίνητης περιουσίας, σταδιακή μείωση ΦΠΑ και ΕΝΦΙΑ, μείωση των ασφαλιστικών εισφορών στο 10%, στοχευμένες πολιτικές για τη στήριξη της μικρομεσαίας επιχείρησης με έμφαση σε θέματα ρευστότητας, πρόσβασης σε καινοτομία και ανάπτυξης της εξωστρέφειας.

Όλα τα παραπάνω πρέπει να βρίσκονται σε άμεση διασύνδεση  με αύξηση των δαπανών για τη δημόσια παιδεία, αλλά και με απελευθέρωση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης από το κρατικό μονοπώλιο.

Η εκπαίδευση επηρεάζει την οικονομία χώρας μας με δύο τρόπους:  Πρώτον, η δαπάνη για τις υπηρεσίες εκπαίδευσης, δημόσιας και ιδιωτικής, τείνει να αντιπροσωπεύει σημαντικό μέρος του εθνικού εισοδήματος και, κατά συνέπεια, ο φτωχός σχεδιασμός και η προβληματική λειτουργία του εκπαιδευτικού συστήματος οδηγούν σε ανεπαρκή αξιοποίηση των περιορισμένων πόρων και σε χαμηλότερη οικονομική ευμάρεια. Δεύτερον, ένα καλύτερο εκπαιδευτικό σύστημα συμβάλλει καίρια στη δημιουργία υψηλότερου «ανθρώπινου κεφαλαίου» και κατ’ αυτόν τον τρόπο αυξάνει τη συνολική παραγωγικότητα τόσο στο παρόν όσο και στο μέλλον.

Παράλληλα, το εύρυθμο εκπαιδευτικό σύστημα αποτελεί σημαντική προϋπόθεση της κοινωνικής κινητικότητας, της δυνατότητας δηλαδή εκείνων που προέρχονται από λιγότερο ευκατάστατες και μορφωμένες οικογένειες να ζήσουν μια καλύτερη ζωή από εκείνη των γονιών τους.

Ο σχεδιασμός και η λειτουργία του εκπαιδευτικού μας συστήματος όπως εξελίχθηκε τις τελευταίες δεκαετίες, χαρακτηρίζεται από σοβαρές ανεπάρκειες που οδηγούν συνδυαστικά και σε μέτρια αποτελέσματα. Ο αριθμός αυτών που αποφοιτούν επιτυχώς αυξάνεται σταθερά τις τελευταίες δεκαετίες και είναι συγκρίσιμος με τον αντίστοιχο αριθμό αποφοίτων σε άλλες χώρες με παρόμοιο επίπεδο ανάπτυξης.

Επιπλέον, ένας σημαντικός αριθμός αποφοίτων του ελληνικού συστήματος συνεχίζουν επιτυχώς ανώτερες σπουδές στο εξωτερικό ή αποβλέπουν σε μια απαιτητική επαγγελματική ή ακαδημαϊκή σταδιοδρομία.

Πάντως, το ποσοστό απασχόλησης των αποφοίτων Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης στην Ελλάδα είναι το χαμηλότερο στην Ευρώπη (61% το 2016 έναντι 75% το 2009). Η ανεργία των αποφοίτων Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης στην Ελλάδα (18% το 2016) είναι κατά πολύ υψηλότερη από τον μέσο όρο στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Κατά συνέπεια η Ελλάδα έχει ένα σημαντικό απόθεμα άπραγου, αδρανούς ανθρώπινου κεφαλαίου που θα μπορούσε καταρχήν να αποτελέσει κινητήρια δύναμη ανάπτυξης και ευμάρειας, μόνον όμως εφόσον αξιοποιηθεί κατάλληλα.

Η εικόνα που σκιαγραφείται από τα πρόσφατα στοιχεία για το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα δεν είναι θετική. Σύμφωνα με την τελευταία έκθεση του ΟΟΣΑ, τουλάχιστον ένας στους πέντε έλληνες μαθητές δεν είναι σε θέση να εντοπίσει πληροφορίες σε ένα κείμενο ή να φέρει εις πέρας συνήθεις διαδικασίες, σύμφωνα με άμεσες οδηγίες, ή να κάνει την απλή συσχέτιση μεταξύ πληροφορίας σε ένα κείμενο και κοινής, καθημερινής γνώσης.

Οι κύριοι λόγοι για τη χαμηλή απόδοση του συστήματος μπορούν να εντοπιστούν στο φτωχά σχεδιασμένο σύστημα κινήτρων. Υπάρχει έλλειψη αποτελεσματικού συστήματος αξιολόγησης, άμεσου ή έμμεσου, στο επίπεδο όλων των οργανισμών, μονάδων, ομάδων ή ατόμων, με αποτέλεσμα οι χρηματικές ή άλλες αμοιβές να μην εξαρτώνται σχεδόν καθόλου από την απόδοση. Ως αποτέλεσμα, δεν δίδονται ισχυρά κίνητρα για να καταβάλει κανείς μεγαλύτερη προσπάθεια, αλλά και οι πόροι δεν κατανέμονται βέλτιστα, δηλαδή εκεί όπου θα μπορούσαν να είναι περισσότερο παραγωγικοί. Αντίθετα, κατανέμονται είτε τυχαία είτε συνήθως μέσω μιας πολιτικής διαδικασίας η οποία διευκολύνει οποιονδήποτε μπορεί να ασκήσει τη μεγαλύτερη πίεση.

Ποιοι είναι όμως οι παράμετροι που θα οδηγήσουν σε ανάκαμψη το εκπαιδευτικό μας σύστημα:

– Να εξασφαλιστεί ότι όλες οι ακαδημαϊκές μονάδες αποδίδουν σε επίπεδο που ανταποκρίνεται σε κάποια ελάχιστα πρότυπα, ισότιμα με τα διεθνή.

– Να εξασφαλιστεί ότι οι μονάδες (σχολεία, πανεπιστήμια) ή τα άτομα (δάσκαλοι, καθηγητές, φοιτητές) που επιδιώκουν την αριστεία δεν θα εμποδίζονται από κανόνες οι οποίοι επιβάλλουν υπερβολική ομοιομορφία και, ως εκ τούτου, καθηλώνουν τους πάντες στο ίδιο χαμηλό επίπεδο.

– Η αυτονομία των μονάδων πρέπει να ενισχυθεί και τα δημόσια σχολεία πρέπει να αξιολογούνται συστηματικά.

n Η Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση πρέπει επίσης σταδιακά να αποκτήσει αυτοτέλεια, και όχι να αποτελεί απλώς μια μεταβατική φάση για την είσοδο στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση.

– Συστηματική αξιολόγηση και στα ΑΕΙ. Τα πανεπιστήμια και τα τμήματά τους πρέπει να αξιολογούνται με βάση το ερευνητικό έργο και την ποιότητα των προγραμμάτων τους. Η χρηματοδότηση των πανεπιστημίων πρέπει να κατανέμεται σύμφωνα με μια συστηματική και αυστηρή διαδικασία.

Εν κατακλείδι είναι εθνική ανάγκη η δημιουργία ενός ορθού συστήματος κινήτρων και ενός συστήματος που να ανταμείβει την υψηλή απόδοση και θα δίνει ίσες ευκαιρίες σε όλους.