Η οικονομική πολιτική ενός κοινωνικού εγκλωβισμού

ΤΟΥ ΗΡΑΚΛΗ ΡΟΥΠΑ

Αναλύοντας την σημερινή οικονομική πραγματικότητα παρατηρούμε καταρχήν, πως παρά την φαινομενική λήξη των μνημονίων, αδυνατούμε σαν οικονομία να παρακολουθήσουμε τις διεθνείς εξελίξεις.

Κατά συνέπεια αδυνατούμε να αντιδράσουμε. Το κυριότερο όμως σημείο ανάλυσης, αφορά την αδυναμία της σημερινής κυβέρνησης να παράξει συγκεκριμένη συντεταγμένη οικονομική πολιτική ανάπτυξης. Ειδικότερα όμως, μία πολιτική ανάταξης που θα επιφέρει κοινωνικές ισορροπίες.

Αντ’ αυτής όμως, βλέπουμε να προωθούνται μέτρα που δημιουργούν ουσιαστικά έναν φαύλο κύκλο αντικρουόμενων πολιτικών, που στην ουσία αναγεννούν και αναδεικνύουν μια πληθώρα κοινωνικών αντιπαραθέσεων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, είναι ο τρόπος με τον οποίο χειρίζεται επικοινωνιακά, τον τελευταίο καιρό, η Κυβέρνηση την αποφυγή της περικοπής των συντάξεων.

Aνταλλάσει ουσιαστικά και αποδέχεται, την περικοπή του προγράμματος των παιδικών συσσιτίων και τη δημιουργία νέων παιδικών σταθμών για να αποτρέψει την περικοπή των συντάξεων.

Μία διαμόρφωση, ουσιαστικά αντιλαϊκών, εσωτερικών «αντιμέτρων» που μέσω της κοινωνικής «παγίδευσης», προσπαθεί να επηρεάσει τις αδύναμες κοινωνικές ομάδες.

Καμία δε από τις δύο αυτές κοινωνικές ομάδες, δεν έχει την δύναμη να αντιδράσει, παρά μόνον να περιμένει ίσως να κερδίσει κάτι, ίσως λιγότερο, από την ομάδα εκείνη που θα ευνοηθεί πρώτη.

Κάτι σαν μία αυτοκτονική, «Ρώσικη ρουλέτα» φαινομενικής κοινωνικής ευαισθησίας. Ποια ευπαθής κοινωνική ομάδα θα κερδίσει έναντι της άλλης, ώστε αυτή που έχασε να βρεθεί «εγκλωβισμένη» εν αναμονή κάποιου ευνοϊκού μέτρου.

Ευπαθείς κοινωνικές ομάδες «απέναντι» σε άλλες ευπαθείς ομάδες με στόχο την επιβίωση αμφοτέρων.

Υπάρχει αντίδραση; Καμία.

Ίσως κάποια αναπτυξιακή πολιτική που θα μπορούσε να δώσει μία βιώσιμη προοπτική επιβίωσης; Ακόμη αναζητείται.

Το μόνο που υπάρχει είναι μία νωχελική απάθεια , μία φοβία, που μοιρολατρικά, όλα μαζί ,οδηγούν σε μία αντιπαραγωγική λογική όσων αδυνατούν να ανταπεξέλθουν στην απλή καθημερινότητα.

Αυτή ακριβώς η φοβία, των οικονομικά ασθενέστερων, αναδεικνύει, καθημερινά, την μοιρολατρία της προσμονής, δηλαδή ότι ίσως σε ένα επόμενο στάδιο θα υπάρξει ικανοποίηση κάποιων μικρών τους κοινωνικών αιτημάτων. Δηλαδή κάποιο μικρό επίδομα ή κάποια μικρή φοροελάφρυνση, την ίδια στιγμή που πανευρωπαϊκά, ο κυρίαρχος στόχος είναι η ανάκτηση της ευημερίας των εργαζομένων.

Ο κοινωνικός αυτός εγκλωβισμός διοχετεύεται, λοιπόν, σε κάθε πεδίο της οικονομικής και κοινωνικής ζωής.

Διαμορφώνει όμως, και μία αλληλουχία «εναγκαλισμών» και εξαρτήσεων που δύσκολα αποβάλλονται, καθώς εδραιώνουν σταδιακά μία νέα κουλτούρα χαμηλών προσδοκιών.

Χωρίς προσδοκίες, ουσιαστικούς στόχους και ένα πρόγραμμα εκσυγχρονιστικής αναδιάταξης για την πλειοψηφία των πολιτών η ήδη υφιστάμενη «χαοτική» οικονομική προσαρμογή θα οδηγήσει σε ένταση της κοινωνικής διαφοροποίησης και σε έναν τεράστιο κοινωνικό εγκλωβισμό των οικονομικά ασθενέστερων. Ταυτόχρονα όμως, θα οδηγήσει στην απώλεια κάθε προσδοκίας της συλλογικής ανέλιξης και της κοινωνικοοικονομικής προόδου.

Διαμορφώνεται έτσι και μία στρεβλή κουλτούρα αντιπαραγωγικών εξαρτήσεων. Η διαμόρφωση κουλτούρας όμως, αποτελεί το σημαντικότερο στοιχείο στην αναπτυξιακή πορεία της εκάστοτε χώρας. Με την υφιστάμενη πολιτική κοινωνικοοικονομικού εγκλωβισμού, που έχει δημιουργηθεί στην χώρα μας, κινδυνεύουμε να απεμπολήσουμε την κουλτούρα της επιχειρηματικότητας που οδήγησε, προ κρίσης, την χώρα στην αναπτυξιακή της δυναμική, και να την αντικαταστήσουμε με μία κουλτούρα εγκλωβισμού και εξάρτησης από το κράτος και την κεντρική εξουσία.

Ας υποθέσουμε πως η έννοια της ανάπτυξης βασίζεται τόσο στην οικονομική δυναμική, όσο και στην δυναμική της ψυχολογίας του κοινωνικού συνόλου που διαμορφώνει άλλωστε και την βάση των αναπτυξιακών δομών. Αποδεδειγμένα λοιπόν, πλέον η ψυχολογία διαμορφώνεται από την πρόοδο του νέου. Κάτι που στην παρούσα φάση φαντάζει ουτοπικό στον εγκλωβισμό της σημερινής οικονομικής συγκυρίας.

Μίας συγκυρίας που εξυπηρετεί την πολιτική ρητορική της κυβέρνησης να αναφέρεται σε αυξήσεις μισθών.

Μία μονοδιάστατη ρητορική όμως, χωρίς προοπτική και δύναμη αναγέννησης, αλλά πρόσκαιρου οικονομικού και κατ΄επέκταση κοινωνικού οφέλους.

Πλέον η έννοια του κοινωνικού οφέλους δεν θα πρέπει μονοδιάστατα να συνδέεται και να βασίζεται στην μισθολογική αύξηση, αλλά στην δημιουργία καινοτομίας και παραγωγής προκειμένου να οδηγηθούμε σε ανάδειξη και διεύρυνση των θετικών στοιχείων της οικονομίας.

Με δεδομένη την οικονομική πραγματικότητα των αριθμών και των στατιστικών στοιχείων, δημιουργείται η εντύπωση πως η οικονομία ανακάμπτει. Στα νούμερα όμως, καθώς ποσοστό της τάξεως του 1,8% συνιστά απλά αντιστροφή της υφεσιακής τάσης. Ειδικά αν αρχίσουμε να συνυπολογίζουμε και τη σταδιακή εμφάνιση πληθωρισμού.

Κατά μία έννοια λοιπόν, η κινητικότητα συνίσταται μόνον στο θετικό πρόσημα μία ανούσιας στατιστικής προσέγγισης.

Όμως στατιστική προσέγγιση αποτελεί και η εικονική ένδειξη μείωσης της ανεργίας. Άλλη μία προσέγγιση δηλαδή, «κοινωνικού εγκλωβισμού» καθώς τα διλήμματα που τίθενται σε αυτή την περίπτωση είναι μεταξύ εκείνων που υποχρεώνονται σε μισθούς «μερικής απασχόλησης» και εκείνων που προτιμούν τα επιδόματα γιατί απλά δεν έχουν μεγάλη διαφορά από τα ποσά της μερικής απασχόλησης.

Στατιστικό στοιχείο αποτελεί και όμως και η αύξηση των πλεονασμάτων. «Υπερπλεονάσματα» όπως έχει επικρατήσει στο ευρύ κοινό, αυτός ο νέος όρος. Όμως όταν το «υπερπλεόνασμα» διαμορφώνεται εξαιτίας των καθυστερήσεων πληρωμών από το Δημόσιο, γίνεται σαφές πως και αυτή ακόμα η ιδιότυπη στάση πληρωμών διαμορφώνει μία νέα στόχευση «οικονομικού εγκλωβισμού», χωρίς καμία διάθεση από πλευράς της κυβέρνησης να αντιληφθεί την αντιαναπτυξιακή επίπτωση της πολιτικής αυτής.

Η φυγής των 500.000 και πλέον νέων που θα έπρεπε να συμβάλλουν στην διαμόρφωση μίας νέας καινοτόμου κουλτούρας των επόμενων ετών, εξασθενεί την προοπτική αυτή, διαμορφώνοντας άλλη μία ιδιότυπη πτυχή κοινωνικού εγκλωβισμού και οπισθοδρομικότητας γι αυτούς που «μένουν πίσω».

Όταν όμως ο ίδιος ο Μαρξ έφτασε να αναγνωρίσει στο Κομμουνιστικό μανιφέστο που συνέγραψε με τον Εγκελς το 1848, ότι ο σύγχρονος καπιταλισμός ήταν «προοδευτικός», δυσκολεύομαι να αντιληφθώ τον λόγο που η παρούσα «αριστερή» κυβέρνηση, αρνείται με τις πράξεις και τις πολιτικές της, αυτή την κοινά αποδεκτή βασική αρχή προοδευτικότητας.

Χωρίς προοδευτικότητα όμως, και με τη διατήρηση συνθηκών κοινωνικού και οικονομικού εγκλωβισμού, η κρίση της οικονομικής αντικανονικότητας απλά αναδεικνύεται καθημερινά με λέξεις-σλόγκαν, χαρακτηριζόμενες από στρεβλά συνθετικά «υπέρ» και «αντί». (Υπερ)πλεονάσματα, (Υπερ)φορολόγηση. (Αντί)μετρα, (Αντι)αναπτυξιακά μέτρα.