«Αγάπη μου, συρρίκνωσα την τελετή έναρξης»- Ο ωραίος τρελός του χωριού και η εμμονική μεγαλοκοπέλα, δεν κάνουνε μαζί

Της Γιώτας Κοντογεωργοπούλου

Ορισμένα πράγματα ή τα έχεις, ή δεν θα τα αποκτήσεις ποτέ. Το καρναβάλι της Πάτρας για παράδειγμα και η δημοτική της αρχή, βρίσκονται στον απόλυτο αντίποδα αυτού που λέμε σχέση αλληλεπίδρασης.

Το ένα τραβάει στη διονυσιακή χαρά, το άλλο στην ξύλινη πολιτική  κατήχηση. Σαν να έχεις παντρέψει τον ωραίο τρελό του χωριού με την εμμονική μεγαλοκοπέλα  της κάτω πλατείας που θέλει να τον πάρει για  να μην τη λένε γεροντοκόρη, αλλά δεν ξέρει τι να τον κάνει μετά. Γίνεται αυτοί οι δυό να κάνουν προκοπή; 

Έτσι μοιάζει το ζόρισμα του δήμου των Πατρέων με τον …αχρείαστο καρνάβαλο. Με την μεγαλοκοπέλα που εμφανίζει τον τύπο τον Αριστοφανικό στους δικούς της και τρέμει στην ιδέα αυτοί τι θα σκεφτούν, για τον αχαϊρευτο αναγκαίο.

Κάπως έτσι φτάσαμε σιγά σιγά και με μαθηματική πορεία συρρίκνωσης σε ένα καρναβάλι που οδηγεί τα πληρώματα σε λυτρωτική αυτονόμηση, σε μια τελετή έναρξης που δεν κατάλαβε κανείς πώς ξεκίνησε και τι ήθελε να πει, στις γνωστές «καρναβαλικές» ομιλίες περί ανεργίας, φτώχειας, λαού, αλλά και περί  δικαιώματος στη σταθερή δουλειά, μεγάλου κεφαλαίου, τρομοκρατίας, Ισραηλικών στρατευμάτων κατοχής, όσων τέλος πάντων μπορούν να κάνουν τον γαμπρό να μοιάζει λίγο πιο συμπαθής στους αυστηρούς  γονείς, εν προκειμένω πιο κοντά στο φεστιβάλ της ΚΝΕ που πασιφανώς φαντασιώνεται ως ιδανική έκφραση ψυχαγωγίας η Μαιζώνος, ακόμη και όταν έχει απέναντί της ανέμελους καρναβαλιστές, ή μάλλον, ακόμη περισσοτερο τότε. Στη χαλάρωση τον πιάνεις τον διαφωτιζόμενο.

Ούτε οι γονείς θα μείνουν όμως ήσυχοι, ούτε και ο γαμπρός θα αντέξει και πολύ. Στην δική μας περίπτωση, του τρελού διονυσιακού ανατροπέα, ο γαμπρός έχει ήδη αρχίσει να το ..σκάει χωρίς η νύφη να μαραίνεται καθώς το μόνο που την ένοιαζε ήταν να του βάλει το… στεφάνι. Να τον κάνει κάτι άλλο απο αυτό που είναι. Κι αν δεν θέλει να συμμορφωθει, «ιδού  η πόρτα»

Σε απλά ελληνικά η κατηφόρα της μεγάλης διοργάνωσης της Πάτρας συνεχίζεται, με την φαντασία στο απόσπασμα, τα ρολόγια χαλασμένα (όρισμένοι δεν κατάλαβαν πότε ξεκίνησε και πότε έληξε η τελετή έναρξης, η πιο fast και άγευστη στην ιστορία της Πατρινής αποκριάς), τα πληρώματα στην έναρξη μιας  αυτόνομης πορείας απαλλαγής από την κομματική διοργανωτική μέγγενη και τον Χρυσοβιτσάνο να βγάζει ανακοινώσεις εμπρός σε ένα μεγάφωνο που δεν είναι αυτό της Κόκκινης Πλατείας, αλλά ο ίδιος θα ορκιζόταν πως… είδε έναν καρναβαλιστή ντυμένο Στάλιν.

Ο ωραίος τρελός του χωριού, ασφυκτιά. Μαζί με το πνεύμα που τον έθρεψε τόσα χρόνια και τον έκανε τον πιο διάσημο και τον πιο αγαπημένο του τόπου.

«Αγάπη μου, συρρίκνωσα το Καρναβάλι» με λίγα λόγια. Και ο νοών νοείτω.

Υ.Γ. Ο σχολιασμός για την τελετή, δεν είναι εκτενής, διότι αυτό που είδαμε δεν ήταν τελετή. Ο λαός το λέει ξεπέτα.