Η «μαύρη» οικονομία βάση αποτίμησης των ελληνικών ομολόγων;

ΤΟΥ ΗΡΑΚΛΗ ΡΟΥΠΑ

Χαρακτηριστικό των αγορών είναι η απεικόνιση ή η προεξόφληση καταστάσεων και εξελίξεων. Εκτός από τις περιπτώσεις στρεβλώσεων ή χειραγώγησης. Με βάση την προσέγγιση της θεωρίας λοιπόν, πρέπει να αξιολογηθεί το σημαντικό ράλι των Ελληνικών ομολόγων – ειδικά του 10ετούς – που εκ των πραγμάτων θα έπρεπε να σηματοδοτεί μία αντικειμενική μελλοντική εκτίμηση για την πορεία της οικονομίας. Που βασίσθηκε λοιπόν ή έκρηξη των τιμών; Ποια δεδομένα προεξόφλησαν οι αγορές για να δώσουν σημαντικά κέρδη σε λίγο χρονικό διάστημα στους κατόχους των ομολόγων;  Κυριότερα, ποια κατηγορία επενδυτών ωφελήθηκε – ή ωφελείται ακόμα – από την χρονική στιγμή ανόδου των τιμών, καθώς αυτή δεν ακολουθήθηκε από αντίστοιχη άνοδο του χρηματιστηρίου που αντικατοπτρίζει επίσης τις ίδιες προσδοκίες; Ποιος ο λόγος τους διαχωρισμού αυτού των αποδόσεων και της πορείας;

Ερωτήματα ουσίας, η απάντηση στα οποία θα έπρεπε να δημιουργεί προβληματισμό στην Κυβέρνηση που επιθυμεί «καθαρή» έξοδο από το μνημόνιο με βάση μία «υγιή» διαδικασία. Εκτός αν η στόχευση για άνοδο ήταν συντονισμένη και χειραγωγούμενη. Εξέλιξη που αν ίσχυε θα καταδείκνυε άγνοια των αγορών σε θεσμική βάση και «θυσία» μίας οικοδομούμενης αξιοπιστίας χάριν πρόσκαιρων επικοινωνιακών κερδών αφενός, πραγματικών κερδών για τους κατόχους των 11 δις περίπου των ελληνικών ομολόγων που βρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία αφεταίρου.

Το πετυχημένο swap έδωσε το έναυσμα, καθώς διαμορφώθηκε βάθος. Όμως, με δεδομένο πως το μεγαλύτερο μέρος των ομολόγων αυτών κατέχουν επιθετικά funds, εύκολα συμπεραίνουμε πως η αποκομιδή κερδοσκοπικών ωφελειών δεν θα μπορούσε να αποτραπεί. Το αντίθετο μάλιστα. Ίσως και να επιδιώχθηκε, καθώς η χρονική σύμπτωση του swap μέσω του οποίου το «σύστημα» που συμμετείχε κέρδισε σημαντικά ποσά και του ράλι που προκλήθηκε από τα επιθετικά funds συνδυάσθηκε με το επικοινωνιακό αφήγημα της Κυβέρνησης περί «καθαρής» εξόδου.

Διαμορφώθηκε κατά συνέπεια ένα βραχυπρόθεσμο «εικονικό» περιβάλλον – ακραίας υπερτίμησης – με οφέλη για τους οργανωτές του swap, των funds που κατέχουν τα «ελεύθερα» ομόλογα και τις τράπεζες που κατέχουν περίπου 3,5δις, «εκβιάζοντας» μία ακόμα αναγκαστική νέα δοκιμαστική έξοδο στις αγορές, πιθανώς μέσω ενός 7ετους ομολόγου. Αγνοήθηκε όμως το γεγονός πως οι εξελίξεις αυτές βασίσθηκαν σε «χειραγωγούμενες» διαδικασίας χωρίς στην ουσία να περιχαρακωθεί η απαραίτητη ανάδειξη μία μακροπρόθεσμης αξιοπιστίας προκειμένου στο απίθανο ενδεχόμενο της «καθαρής» εξόδου, αυτή να υποστηριχθεί από «καθαρές» εξόδους στις αγορές. Για να γίνει αυτό όμως, θα πρέπει να υπάρχουν οι βασικές προϋποθέσεις που στοιχειοθετούν την δομή μίας μη χειραγωγούμενης αποτίμησης της οικονομίας. Μία βάση που μεταφράζεται σε αξιολογήσεις των διεθνών οίκων καθώς και των δεδομένων εκείνων που αναδεικνύουν μία «καθαρά» αναπτυσσόμενη οικονομία. Τυχαία άλλωστε δεν θα πρέπει να θεωρηθεί η απόρριψη από πλευράς Ντράγκι τραπεζικών ομολόγων ως έμμεσο τμήμα QR. Ενός ακόμα αφηγήματος της Κυβέρνησης που χάθηκε.

Απέχοντας σημαντικά από την βαθμίδα του αξιόχρεου- παρά την αναμενόμενη αναβάθμιση από τον S&P – βρισκόμαστε δυστυχώς σε κατάσταση οικονομικών δεδομένων όπου η βασική αναπτυξιακά μετρήσιμη παράμετρος που είναι η δυναμική της οικονομίας,  καταγράφει αύξηση της «μαύρης» οικονομίας σε ποσοστό του ΑΕΠ από 25% σε 35-40%. Με μία απλουστευμένη αναγωγή λοιπόν θα μπορούσαμε εύκολα να συμπεράνουμε πως όταν η μαύρη οικονομία παίζει πλέον τόσο σημαντικό ρόλο, με ποια βάση αξιοπιστίας μπορούν να αξιολογήσουν οι αγορές μόνον το 60% της οικονομίας που ελέγχεται; Όταν λοιπόν υπάρχει η θεωρητική δυνατότητα χειραγώγησης ακόμα και της αγοράς κρατικών ομολόγων, τότε δεν μπορεί παρά να διαπιστώσουμε πως σχεδόν μία δεκαετία μετά την είσοδο στα «μνημόνια» τον βαθμό αξιοπιστίας και την αποτίμηση της οικονομίας μας εξακολουθούν να ορίζουν η «μαύρη» οικονομία και πιθανώς χειραγωγούμενες διαδικασίες. Ενδεχόμενα που καθιστούν το μέλλον σημαντικά αβέβαιο, την δε λύση της «καθαρής» εξόδου το 2018 απίθανη.