Προστασία δανειοληπτών με αναπτυξιακό πρόσημο

ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΚΑΡΒΕΛΗ, ΤΟΜΕΑΡΧΗ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΝΟΔΕ ΑΧΑΪΑΣ

Τις εποχές της ευμάρειας και της προόδου, χιλιάδες νοικοκυριά και επιχειρήσεις έπαιρναν δάνεια είτε για να εξασφαλίσουν μία στέγη, είτε για να επεκτείνουν την επαγγελματική τους δραστηριότητα. Σήμερα, με τη μείωση των εισοδημάτων και τη φοροκαταιγίδα που πλήττει όλη την κοινωνία, το αποτέλεσμα είναι ότι τα μη εξυπηρετούμενα έχουν φτάσει σε δυσθεώρητα ύψη και απειλούν την κοινωνική συνοχή και την επιβίωση χιλιάδων επιχειρήσεων.

Υποτίθεται ότι τα τελευταία χρόνια θα είχαν μπει κάποιες δικλείδες ασφαλείας στη διαχείρισή  τους, έτσι ώστε να μην εξαντληθούν οι πραγματικά αδύναμοι και βρεθούν κυριολεκτικά στο δρόμο. Πλέον η εξέλιξη είναι δυσοίωνη και κυρίως εμπεριέχει μεγάλο βαθμό αδικίας. Τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα μπορούν να πουλάνε τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια σε funds και μάλιστα σε άκρως χαμηλές τιμές. Δηλαδή κάποιοι βρήκαν την ευκαιρία να αυξήσουν τα κέρδη τους σε αγαστή συνεργασία με τις τράπεζες και σε βάρος των πολιτών και των επιχειρηματιών που αδυνατούν λόγω της κρίσης να ανταποκριθούν στην αποπληρωμή των δανειακών τους υποχρεώσεων.

Ήδη δάνεια αξίας 1,5 δισ. ευρώ πωλούνται στο 3% της αξίας τους, με τα funds να εκμεταλεύονται την ευκαιρία για γρήγορο και άνετο πλουτισμό.
Ξαφνικά περιουσίες, επιχειρήσεις και κόποι μιας ζωής αλλάζουν χέρια. Το χειρότερο, όμως, είναι ότι όλη αυτή η διαδικασία γίνεται χωρίς να δίνεται η δυνατότητα στον δανειολήπτη να καταφέρει να διατηρήσει την περιουσία του, καταβάλλοντας το ίδιο αντίτιμο με τα funds. Αυτή η αρνητική εξέλιξη μπορεί να δυναμιτίσει το επιχειρηματικό κλίμα της χώρας, να δημιουργήσει συνθήκες αθέμιτου ανταγωνισμού στους πιο αδύναμους και να απειλήσει ευθέως την κοινωνική συνοχή. Δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής ότι τα χρήματα για τις ανακεφαλοποιήσεις των τραπεζών είναι από το υστέρημα του ελληνικού λαού. Άρα πρέπει να ισχύουν κανόνες προστασίας του.

Σε όλα αυτά πρέπει να συνυπολογιστούν, η υπέρμετρη φορολόγηση που απειλεί την επιβίωση εκατοντάδων χιλιάδων μικρομεσαίων επιχειρήσεων, καθώς επίσης και η κατακόρυφη αύξηση των ασφαλιστικών εισφορών που καθιστούν εξαιρετικά δύσκολη την συνέχιση πολλών επιχειρηματικών δραστηριοτήτων.

Στον αντίποδα αυτής της κατάστασης έχει τεράστια σημασία η πάταξης της φοροδιαφυγής ώστε να σταματήσουν φαινόμενα αθέμιτου ανταγωνισμού, η τόνωση της ρευστότητας στις επιχειρήσεις και η ανάγκη προσέλκυσης επενδύσεων.

Κατά συνέπεια κρίνεται αναγκαίος ο επανακαθορισμός του ύψους των ασφαλιστικών εισφορών, αλλά και η μείωση φορολογικών συντελεστών ώστε να στηριχθούν οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις και να φανεί ότι το κράτος είναι φιλικό προς την επιχειρηματικότητα.

Έχει ωριμάσει πλέον η εποχή που δεν διαδραματίζει κανένα ουσιαστικό ρόλο η ιδεολογική προσέγγιση αλλά μόνο η επίλυση των πολλών και σοβαρών προβλημάτων που ταλανίζουν μία ολόκληρη κοινωνία και απειλούν μία χώρα.

Είναι απαίτηση όλων των υγιών δυνάμεων του τόπου, η χάραξη και υλοποίηση ενός εθνικού αναπτυξιακού σχεδιασμού με κατεύθυνση την στήριξη καινοτόμων επιχειρηματικών προσπαθειών, καθώς μόνο έτσι θα δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για στροφή στην ανάπτυξη.
Τούτο πρέπει να συμβεί όσο ακόμα υπάρχει χρόνος, γιατί η κλεψύδρα αδειάζει και μαζί της οι όποιες πιθανότητες ανάκαμψης.