Η πιστοληπτική ικανότητα των τραπεζών συνεισφέρει στην ανάκαμψη της οικονομίας μας

ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΚΑΡΒΕΛΗ

Αύξηση κατά 343 εκατ. ευρώ σημείωσαν οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου σε ιδιώτες τον Ιούλιο, παρά το γεγονός ότι τον μήνα αυτό εκταμιεύθηκε η δόση των 7,7 δισ. ευρώ, εκ των οποίων τα 800 εκατ. ευρώ προορίζονταν για την εξόφληση ληξιπρόθεσμων οφειλών.

Συνολικά, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές διαμορφώθηκαν στα 5,435 δισ. ευρώ τον Ιούλιο, από 5,092 δισ. ευρώ τον Ιούνιο.

Η απογοητευτική εικόνα προκύπτει από το Δελτίο Μηνιαίων Στοιχείων Γενικής Κυβέρνησης για τον Ιούλιο. Στα στοιχεία αυτά δεν περιλαμβάνονται μάλιστα οι οφειλές για εκκρεμείς αιτήσεις συντάξεων, τις οποίες η Κομισιόν υπολόγιζε τον Ιούνιο σε 1,4 δισ. ευρώ.

Αξιοπερίεργο είναι το γεγονός ότι οι οφειλές όχι μόνο δεν μειώθηκαν, αλλά αυξήθηκαν κυρίως λόγω εκκρεμών επιστροφών φόρων, οι οποίες έφτασαν το 1,521 δισ. ευρώ έναντι 1,252 δισ. ευρώ τον Ιούνιο.

Επιπλέον των εκκρεμών επιστροφών φόρου, στα 3,914 δισ. ευρώ σκαρφάλωσαν στο τέλος Ιουλίου οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις της γενικής κυβέρνησης, έναντι 3,840 δισ. ευρώ ένα μήνα πριν. Δηλαδή, σημείωσαν αύξηση 74 εκατ. ευρώ. Σύμφωνα με το δελτίο, στο τέλος Δεκεμβρίου 2016, αυτές βρίσκονταν στα 3,527 δισ. ευρώ. Εννοείται ότι ο κύριος όγκος, τα 2,303 δισ. ευρώ είναι οφειλές των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης, που αυξήθηκαν, μάλιστα, κατά 98 εκατ. ευρώ μέσα σε ένα μήνα.

Αν σε όλα τα παραπάνω  προστεθεί και η συνεχής  αύξηση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, το μίγμα που διαμορφώνεται τόσο στα κρατικά έσοδα όσο και στην πραγματική οικονομία μοιάζει να είναι εκρηκτικό. Κατά συνέπεια  επηρεάζεται  αρνητικά η επάρκεια κεφαλαίων του πιστωτικού μας συστήματος. Οι τράπεζες πρέπει να μεριμνήσουν για την απομείωση ή διαγραφή των σχετικών δανείων.

Τόσο η μείωση των εισοδημάτων και των καταθέσεων όσο και η αύξηση των μη εξυπηρετούμενων δανείων οδηγεί σε σημαντικό περιορισμό των διαθέσιμων κεφαλαίων για νέα δάνεια. Για την οικονομία γενικότερα, αυτό σημαίνει μείωση των πιστώσεων στις επιχειρήσεις αλλά και αναιμικές επενδύσεις, με αποτέλεσμα τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια να αποτελούν βαρίδι για την ανάπτυξη.

Η Ευρωζώνη παρουσιάζει το τελευταίο χρόνο αναιμικούς αλλά σταθερά αυξανόμενους ρυθμούς ανάπτυξης. Ανάκαμψη και πολιτική σταθερότητα μπορούν να οδηγήσουν σε αύξηση των επιτοκίων πολιτικής, κάτι που θα επηρεάσει και τις οικονομίες του Νότου. Η κρίση άφησε πίσω της κληρονομία υψηλού χρέους (δημόσιου και ιδιωτικού) και χαμηλής ποιότητας δανείων που δημιουργούν προβλήματα στους ισολογισμούς των τραπεζών. Αυτό επηρεάζει αρνητικά την ικανότητά τους να χρηματοδοτούν νέες επενδύσεις. Ο ρόλος των τραπεζών για την ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας τα επόμενα χρόνια είναι πολύ σημαντικός και εξίσου σημαντική θα είναι η κλαδική διάρθρωση των δανείων που θα προσφέρουν οι ελληνικές τράπεζες. Πρόσφατη επιστημονική έρευνα (http://onlinelibrary.wiley.com/doi/10.1111/ecin.12467/abstract) επιβεβαιώνει ότι η ανάκαμψη της οικονομίας διαρκεί περισσότερο για οικονομίες που στηρίζονται κυρίως στις υπηρεσίες και λιγότερο σε αυτές που στηρίζονται στην μεταποίηση. Ο βασικός λόγος είναι ότι οι υπηρεσίες δεν μπορούν να παραχθούν και να αποθηκευθούν πριν γίνει ορατή η αύξηση της ζήτησης (ενώ τα προϊόντα μπορούν). Η ελληνική οικονομία εξαρτάται πολύ από τις υπηρεσίες και τον κατασκευαστικό κλάδο, ενώ ο βιομηχανικός της κλάδος έχει συρρικνωθεί σημαντικά.

Είναι αναγκαίο η  μελλοντική διάρθρωση του δανεισμού προς τις επιχειρήσεις να προσαρμοστεί με στόχο την ενίσχυση του ρόλου της μεταποίησης σε σχέση με τις υπηρεσίες. Οι τράπεζες θα πρέπει να έχουν μία ξεκάθαρη στρατηγική προνομιακής μεταχείρισης της μεταποίησης. Αυτό θα λειτουργήσει θετικά τόσο για αυτές όσο και για την ελληνική οικονομία.

Μοίρασε το...