Ο ηλίθιος των Χριστουγέννων

Της Γιώτας Κοντογεωργοπούλου

Ο ηλίθιος των Χριστουγέννων, ξύπνησε νύχτα έτριψε τη μύτη του για να την απαλλάξει από την κρυστάλινη αίσθηση του προφανούς, και πρωτοφανούς για την Πάτρα, ψύχους, και ακολούθως ντύθηκε για να κάνει αισθητή την παρουσία του στην εορταστική πόλη, σχεδόν βέβαιος για το γεγονός ότι δεν αποτελεί ένα μέρος του μικρόκοσμου, αλλά βασικό του συστατικό.

Με την ιδεοληψία του στο σάκο μεταμφιεσμένη σε άποψη περί των πεπραγμένων από τα οποία κατά κανόνα  απουσιάζει, περιέφερε την «αγιότητα»  της ματαιότητας (της αναμεμειγμένης με την ματαιοδοξία της διαφορετικότητας που δεν κάνει τελικά τη διαφορά) και αναζήτησε για άλλη μια φορά έναν τρόπο να κάνει εγγραφή του προσωπικού του αφηγήματος στο δημόσιο χώρο.

Ελλείψει άλλων εύκαιρων εναλλακτικών, και εξαιτίας της ευκολίας που κατά τη γνώμη του παρέχεται στην αποστολή μηνύματος στο αδικαιολογήτως ευτυχές λόγω εορτών, έτσι το βλέπει,  πλήθος, το ενδιαφέρον του κέντρισαν οι φιγούρες της πλατείας.

Είναι κάτι που συμβαίνει συχνά με τον ηλίθιο. Το ενδιαφέρον του έλκεται από ό,τι δεν μπορεί να έχει αντίλογο. Από το αντικείμενο δηλαδή.

Πήρε λοιπόν το…σφυράκι του και άρχισε να αποδεκατίζει ένα αυτί, ένα πόδι, μια μύτη, ένα χέρι, οτιδήποτε προεξέχει και δεν χρειάζεται μεγάλο κόπο. Διότι ο ηλίθιος είναι και, κατά κανόνα, τεμπέλης.

Το ίδιο είχε πράξει και με τα κοινόχρηστα ποδήλατα, τα καρναβαλικά παγκάκια, τη βιτρίνα του Μήτσου  και τα …λουλούδια της γειτόνισσας.

Το ίδιο θα κάνει αύριο και με οτιδήποτε καταβληθεί προσπάθεια να κατασκευαστεί η να στηθεί σε αυτή την πόλη με τη φιλοδοξία της αρτιμέλειας μετά την παρέλευση 24ώρου.

Είναι ο ηλίθιος που θα βγει από την τρύπα του να ροκανίσει, να τσαλακώσει, να μουτζουρώσει, να διαλύσει, για να επιστρέψει ακολούθως ικανοποιημένος στην κρυστάλλινη μύτη του και να μοιραστεί το…αστείο, ή –ακόμη χειρότερα- την αίσθηση της …επαναστατικότητας με άλλες παγωμένες μύτες, με συνεχή φταρνίσματα ανοησίας, πάνω στην πεποίθηση ότι η καταστροφή μπορεί να είναι άποψη ή ένδειξη μιας άρνησης, την οποία ο ηλίθιος, είθισται να εκφράζει μόνο κόβοντας μύτες.

Πίσω στην πλατεία, το καλικαντζαράκι με το κομμένο αυτί, θα μείνει να θυμίζει το πέρασμά του μη έχοντας τη δυνατότητα να απαντήσει σε παιδικές απορίες περί του ακρωτηριασμού.

Αν το κοιτάξει όμως καλά το πρωί το…έργο του ο ηλίθιος των Χριστουγέννων, θα καταλάβει ότι έχει στο βλέμμα του μια φρέσκια ειρωνεία, απευθυνόμενη ειδικά σε αυτόν. «Σε ακούω» είναι σαν να του λέει «και χωρίς αυτί...Και με τούτο το ένα, είμαι λιγότερο κουφός από σένα».